Sunday, August 19, 2007

The Band Wagon (1953), του Vincente Minnelli


Όταν ανοιγοκλείνουμε τα μάτια, πόση από την μαγεία χάνουμε; Πόση από την εικόνα μας διαφεύγει; Έχει σημασία αν τα κλείσαμε μόνο για ένα δευτερόλεπτο; Γιατί ο χρόνος είναι πάντα ένας «υπολογίσιμος» παράγοντας. Αλλά όχι εδώ. Εδώ στερείται σημασίας. Η ομορφιά, έτσι όπως την αντιλαμβάνονται τα μάτια μας, δεν είναι μετρήσιμη. Τουλάχιστον όχι με συμβατικά, αριθμητικά συστήματα. Σήμερα την είδα πάλι. Την μπαλαρίνα του ονείρου, να πατάει ελαφρά στον ουρανό μου. Είδα και όλο αυτό το χρώμα να ξεπηδάει από τριγύρω και να την αγκαλιάζει. Κόκκινο, γαλάζιο, χρυσαφί. Είδα όλο τον κόσμο να μεταμορφώνεται σε ένα ξέφρενο μπαλέτο. Και δεν ήθελα να κλείσω τα μάτια μου ούτε στιγμή.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 50 και ένα κ
ινηματογραφικό είδος που μετρούσε ήδη μια εικοσαετία ζωής έφτανε τώρα στην ακμή του. Τα musical εμφανίστηκαν αρχικά (με τον Busby Berkeley εξέχουσα μορφή τους) ως το απόλυτο genre της ψυχαγωγίας, της απόδρασης. Ο μόνος σκοπός τους ήταν να προσφέρουν στον καταπονημένο λαό μια φαντασμαγορική διέξοδο από την σκληρή πραγματικότητα. Στο πέρασμα του χρόνου εμπλουτίστηκαν, δε δίστασαν να «σκοτεινιάσουν» επικίνδυνα (Meet me in St.Louis, My dream is yours), ακόμα και να αποκτήσουν πολιτική χροιά. Και μέσα από αυτήν την πορεία, φτάνουμε στην κορυφή. Φτάνουμε στο The Band Wagon.


Ο Minnelli είναι ασύγκριτος. Οι ταινίες του δεν αποτελούν ακριβώς ένα παράθυρο σε έναν άλλο, φανταστικό κόσμο. Σου δίνουν την ευκαιρία να μεταμορφώσεις τον ήδη υπάρχοντα. Κάθε πλευρά της πραγματικότητας γίνεται μια μουσικοχορευτική σκηνή. Με τα λόγια του Martin Scorsese, “The world is a stage and it belongs to those who can sing and dance”. Φανερά γοητευμένος από το σουρεαλισμό, ο Minnelli παρασύρεται από την ονειρική του φύση και αφήνει την ταινία του να αναδειχτεί σε θρίαμβο του ονείρου πάνω στη ζωή. Σε θρίαμβο της εικόνας. Ο ίδιος υποστήριζε πως το μόνο που τον ένοιαζε κάθε φορά ήταν η ιστορία. Αυτή ήταν το επίκεντρο όλων των προσπαθειών του στη δημιουργία μιας ταινίας. Όχι η εικόνα; Μα φυσικά και όχι. Οι ιδιοφυίες δεν προσπαθούν να είναι ιδιοφυίες. Απλά δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Και ο Minnelli ήταν μια ιδιοφυία της εικόνας. Και αυτό το όφειλε στη διαίσθησή του, και όχι σε οποιασδ
ήποτε μορφής υπολογισμούς. Βέβαια, αυτή η αλάνθαστη διαίσθηση είχε κτιστεί υπομονετικά μέσα από την προϋπηρεσία του Minnelli σε διάφορα πόστα στον κόσμο του θεάματος (ντεκόρ, κουστούμια, φωτογραφία). Και όταν έφτασε να σκηνοθετεί, ο ίδιος λέει πως όφειλε την εικόνα των ταινιών του στο μεγάλο είδωλό του, τον Max Ophuls. Αυτό όμως που είναι προφανές σε όποιον έχει δει έστω και ένα φιλμ του είναι ότι ο Minnelli είναι ένας μεγάλος καλλιτέχνης. Ένας γνήσιος metteur en scene. Τα κάδρα του είναι στημένα με μεγάλη φροντίδα. Όλα βρίσκονται στη θέση τους. Μια «πλήρης» αρμονία προορισμένη να σαγηνεύσει τα μάτια του θεατή, που ανήμπορα να αντιδράσουν, αντικρίζουν με δέος και με μία απερίγραπτη ηδονή τα επί της οθόνης τεκταινόμενα. Απλά μελετήστε προσεκτικά κάποιο από τα χορευτικά νούμερα στο The Band Wagon. Προσέξτε τη ρευστή, αβασάνιστη κίνηση της κάμερας, η οποία συμμετέχει αρμονικά στη χορογραφία. Τραβήξτε το βλέμμα σας από τους πρωταγωνιστές και επικεντρώστε το στους κομπάρσους. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, όλα είναι μέρος αυτού του υπέροχου κόσμου και τίποτα δεν μοιάζει παράταιρο. Και όλα αυτά μέσα από μακριές σε διάρκεια λήψεις και μονοπλάνα σεμιναριακά. Ναι, το The Band Wagon είναι ένα εξαιρετικό δείγμα κινηματογράφου. Και είναι γεμάτο από αξέχαστες σκηνές / τραγούδια. Το Shine your Shoe, το That’s entertainment (που και ως φράση μόνο έχει αφήσει εποχή), το ξεκαρδιστικό Triplets. Μα δύο σκηνές μόνο θα αρκούσαν για να το εξυψώσουν στο επίπεδο του αριστουργήματος. Το Dancing in the dark είναι πολύ απλά η κορύφωση κάθε έννοιας ρομαντισμού. Ένας άντρας και μία γυναίκα, σε ένα πάρκο που έχει χτιστεί θαρρείς μόνο για αυτούς. Γεννημένοι για να χορέψουν μαζί αυτό το χορό, με τα κτίρια, τα φώτα και ολόκληρη την πόλη να απλώνονται πίσω τους σαν ένα χάρτινο ντεκόρ. Γιατί όλα τα υπόλοιπα για αυτούς είναι ψεύτικα. Η μόνη αλήθεια κρύβεται στα αισθήματα του ενός για τον άλλο. Και φυσικά το μοναδικό Girl Hunt Ballet που κλείνει την ταινία σε ένα τελευταίο εικοσάλεπτο έκστασης. Αναπαριστώντας μια νουάρ ατμόσφαιρα που παίρνεις όρκο πως έχει ζωντανέψει μέσα από τις σελίδες κάποιου διηγήματος του Mickey Spillane, μένεις να χαζεύεις τα καλύτερα ίσως χορευτικά νούμερα στην ιστορία. Και μέσα στο Dem Bones Café, η Cyd Charisse με μία κίνηση αφήνει το παλτό της να πέσει για να αποκαλυφθεί, σε μια από τις πιο σέξι στιγμές στο σινεμά, το υπέροχο κόκκινο φόρεμά της. Και μετά…αυτή και ο Fred Astaire αναλαμβάνουν δράση και εσύ τους χαζεύεις. Εκείνος απλά ο καλύτερος. Για εκείνη, αρκεί μια φράση του ίδιου του Astaire. “When you dance with Cyd Charisse, you’ve been danced with”.

Μέρος της γοητείας του Band Wagon είναι η σύνδεσή του με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Ο Fred Astaire υποδύεται τον Tony Hunter, έναν ξοφλημένο ηθοποιό, σε μια εποχή που ο ίδιος ο Astaire σκεφτόταν σοβαρά το ενδεχόμενο της απόσυρσης. Το ζεύγος των συγγραφέων, οι Morton, είναι προφανώς βασισμένο στο
υς ίδιους τους σεναριογράφους της ταινίας, Betty Comden και Adolph Green. Ο χαρακτήρας του ταλαντούχου αλλά μεγαλομανούς σκηνοθέτη (που ενσαρκώνει σκαμπρόζικα ο Jack Buchanan) είναι μεν βασισμένος στον Jose Ferrer, ένα διάσημο δημιουργό του Broadway εκείνης της περιόδου, αλλά είναι προφανές ότι φέρει σαν κληρονομιά κάτι από τον Orson Welles, γεγονός που και ο Minnelli αργότερα παραδέχτηκε. Αυτό που δεν κατάλαβε μάλλον ούτε και ο ίδιος, είναι πόσο από τον ίδιο του τον εαυτό άφησε να φανεί σε αυτόν τον χαρακτήρα. Το The Band Wagon (μαζί ίσως με μία άλλη δημιουργία του Minnelli, το Meet me in St.Louis) αποτελούν τις καλύτερες επιλογές για πρωινή προβολή. Με γεμίζουν με αισιοδοξία, με χρώμα, με ρυθμό, με δύναμη, αλλά και με την ευχή ότι κάποια στιγμή θα φτάνει η νύχτα και δε θα νιώθω την ανάγκη να τα δω και πάλι. Μέχρι τότε…

Get Aboard!!


To κείμενο είναι του φίλου μου Αχιλλέα Παπακωνσταντή.


11 comments:

Anonymous said...

parolo pou den m'aresoun ta musical(ta vriskw ligo ews polu vareta...) me ola auta pou grafeis sigoura psinomai na to dw...k akoma perissotero psinomai na to doume mazi;)

Άκης Καπράνος said...

Ωραιο κείμενο φίλε. Και έπιασες ταινία που αγαπώ πολύ.

Ξέρεις, κάθε φορά που αναφέρεται ο Μινέλι, θυμάμαι εκείνη τη φοβερή συνέντευξη του Ορσον Γουέλς που τον ρωτούν την γνώμη του για μερικούς σπουδαίους κινηματογραφιστές. Όπου, κάποια στιγμή, αναφέρουν και το όνομα του Μινέλι. Η απάντηση: "Ελάτε τώρα, ας μιλήσουμε σοβαρά"...

Unknown said...

Μπράβο βρε αγόρι μου, μπράβο.
(Με ενθουσιασμό κι ευχαρίστηση από μέσα μου αυτό το μπράβο - μην το πάρεις άσχημα...)

Δεν είναι μόνο που με λυγίζεις με την επιλογή του μιούζικαλ που αγαπώ πιο πολύ (απ' το '50 και όχι μόνο), ούτε που διαλέγεις ένα εξαφανισμένο είδος, εξαφανισμένων αισθημάτων. Πιο πολύ είναι το (καθόλου εξαφανισμένο τελικά) αίσθημα που σε διαπέρασε στις γραμμές αυτές και μου μετάγγισες εκ νέου.

Πάω να το δω.

(Και όντως για δαύτους χτίστηκε το πάρκο του Dancing in the Dark...)

Sally Finkenstein said...

Λατρεύω τα musical!
Την μουσική τους, το ρυθμό και την αισιοδοξία που γράφεις.
Κι αν έχω χαρακτηριστεί... χαζοχαρούμενη, γι αυτό τον λόγο... Σκασίλα μου!
Ωραίο συναίσθημα!
Ωραίο θέμα!
Ωραίο κείμενο!

Anonymous said...

Πάνο (και Αχιλλέα),
βλέπω ότι δεν έκλεισε καθόλου το blog για διακοπές...πολύ ωραία κείμενα ανέβηκαν πάντως, βλέπω έμπνευση καλοκαιριάτικα!! Μου ξανανοίξατε την όρεξη για σινεμά μετά τις διακοπές

theachilles said...

Άννα μου,
λυπάμαι που διαλύω το μυστήριο της ανώνυμης θαυμάστριας, αλλά με χαρά σε καλώ σε μαθήματα χορού με δάσκαλους τον Fred και την Cyd.

Κούκλε Άκη,
ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια, ξέρετε πόσο μετράει η γνώμη σας, εσένα και του Ηλία για μένα. Γνωρίζω για την απάντηση του Welles και είναι κρίμα. Εύκολο να παρασυρθεί κανείς και να παραβλέψει την καλλιτεχνική αξία του Minnelli. Ειδικά για το Band Wagon έχω διαβάσει διάφορα περίεργα περί της αντιμετώπισης του απέναντι στο ρόλο της τέχνης με αφορμή την υποτιθέμενα ειρωνική αντιμετώπιση του χαρακτήρα του Buchanan. Αυτά τα περιμένεις από άλλους, αλλά από τον Welles (που είναι και ήρωάς μου);

Ηλία μου,
σ'ευχαριστώ (βλ. και πιο πάνω). Δε χρειάζονται τέτοιες διευκρινίσεις μεταξύ μας. Ενθουσιάστηκα που το συμμεριζόμαστε ως ένα εκ των πιο αγαπημένων (αν όχι το πιο αγαπημένο) musical.

Sally,
πολλές πολλές ευχαριστίες. Χαζοχαρούμενη; Όποιος δεν αισθάνεται τη χαρά, είναι γιατί δεν αισθάνεται και τον πόνο, γλυκειά μου.

Βίκαρε,
που χάθηκες; Διακοπές σε κανά Βερολίνο πάλι; Άντε, προβολές σε περιμένουν!

mpoukatsas said...

Να επαυξήσω και εγώ τα εγκώμια για τη σημασία του Μινέλι με αφορμή το όμορφο κείμενο του Αχιλλέα. Μεγάλος σκηνοθέτης. Το Brigadoon το θυμάται κανείς;

Ακί, όσο διαβάζω συνεντεύξεις του Welles, τόσο οδηγούμαι στο συμπέρασμα πως δεν οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα των παραγωγών το γεγονός ότι ουδέποτε, στη μετά Κέιν εποχή, κατάφερε να ολοκληρώσει τις ταινίες του ανάλογα με τις επιθυμίες του.

ΠΑΝΟΣ said...

Φίλε, τώρα κατάφερα να διαβάσω καλά το, για άλλη μια φορά, εξαίσιο κείμενό σου. Ξέρω πόσο αγαπάς το καλό μιούζικαλ και ειδικά τούτο εδώ. Είναι ένα έργο που αγαπώ κι εγώ, αλλά θυμάμαι λίγο. Το είδος είναι πολύ ταλαιπωρημένο, αλλά κάτι τέτοια έργα, κάτι Ομπρέλες Σερβούργικες και τέτοια, μας κάνουν τα το λατρεύουμε.
Κανονίζουμε προβολή.

Anonymous said...

Ολα αυτα ειναι μαλακιες που γραφετε. ειστε ολοι για τον πουτσο. κουλτουρα και ετσι.... γαμιεστε απο τον κωλο!!! Αχιλλεα Παπακωνσταντη τα κειμενα σου ειναι για τον πουτσο. Ασχολήσου με κάτι άλλο βλάκα. αντε παιξε το πουλακι σου καλυτερα

ΠΑΝΟΣ said...

Κι εγώ του τα λέω και δεν με ακούει ρε φίλε.

theachilles said...

Thanks Πάνο.